Patience

Έχεις μια λερωμένη ρυτίδα στον λαιμό σου, από τον ιδρώτα που μένει και γίνεται ένα με τη σκόνη. Ο αυχένας σου μυρίζει προζύμι που φουσκώνει κάτω από νωτισμένη, καθαρή πετσέτα. Τα νύχια σου βρώμικα από τις ξυπόλητες βόλτες. Ιδρωμένα μακριά μαλλιά και στάλες στο μέτωπό σου, όταν κοιμάσαι. «Πού είναι τα όνειρα, μαμά;», μου είπες μια νύχτα και στα μάτια μου γράφτηκαν ποιήματα, παραμύθια και ζωγραφίστηκαν εικόνες. Περιμένω τις αφορμές σου, για να το γράψουμε μαζί αυτό το παραμύθι. Αφήνω χώρο και σελίδες λευκές, ατσαλάκωτες. Αφήνω χώρο και χρόνο. Το ζυμαράκι δεν θέλει και πολλά-πολλά, μόνο αγάπη και ησυχία. Α, και υπομονή.

Advertisement

Ανασφάλειες

Άρχισε να τρέχει προς τη θάλασσα σαν αφηνιασμένος, 2χρονο παιδί, τι να καταλάβει από κίνδυνο;  Ίσα που πρόλαβα να βγάλω το σορτσάκι μου και να τρέξω να τον προλάβω. Για πρώτη φορά δεν σκέφτηκα την εμφάνισή μου, αν το μαγιώ ήταν εντάξει, αν ένιωθα καλά με το σώμα μου, αν η γυμναστική που έκανα ή δεν έκανα άφησε τα σημάδια της στο σώμα μου. «Ωραίο πράμα να έχεις παιδί», σκέφτηκα. Δεν προλαβαίνεις να ασχοληθείς με τέτοιες ανασφάλειες, ούτε αν το νερό είναι κρύο έχεις το χρόνο να αντιληφθείς, γιατί, αν ο μικρός βουτήξει, βούτηξες κι εσύ. Κι έτσι, καθώς τυχαία διάβασα σήμερα αυτό, τη θυμήθηκα σε ‘κείνη τη φωτογραφία, να μας έχει εμένα και την αδερφή μου στην αγκαλιά της ξαπλωμένες, στην παραλία, εκείνη να φορά ένα λουλουδάτο καπέλο και το μωβ της μαγιώ. Χαμογελάμε. Προφανώς περνάμε καλά, αυτά τα χαμόγελα τα ξέρεις. Δεν κάθισα ποτέ να σκεφτώ αν η μαμά μου είχε κυτταρίτιδα ή τοπικό πάχος, αν μου άρεσε με το μαγιώ της, αν ντρεπόμουν για την εμφάνισή της ή όχι. Κι όχι γιατί ήταν η μαμά μου. Αλλά γιατί πραγματικά δεν με ένοιαζε. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να κολυμπάω και να παίζω. Αυτή δεν ξέρω τι ένιωθε. Σίγουρα θα είχε τις μικρές ή μεγάλες της ανασφάλειες. ‘Όπως οι περισσότεροι. Μα δεν μου στέρησε ποτέ εκδρομές στη θάλασσα, παιχνίδια στο νερό και την άμμο. Τη θυμάμαι εκεί, μαζί μου. Χωρίς κινητά, facebook και googlenews. Θυμάμαι την παρουσία της. Θυμάμαι να είναι παρούσα.

Μεγάλο πράγμα η παρουσία. Και, ξέρεις, τα παιδιά τα «πιάνουν» αυτά. Τόσο  την απουσία, όσο και την ανασφάλεια.

Αριθμο-λογία

numbers13 τρόποι για να χάσεις βάρος, 9 λάθη που κάνουν οι γονείς, 23 πράγματα που είναι απαραίτητα σε ένα νεογέννητο, τα 45 μέρη που πρέπει να επισκεφθείς πριν αποδημήσεις εις κύριον, τα 5 πράγματα που πρέπει να κάνεις στο πρώτο ραντεβού και άλλα 9 που πρέπει να αποφύγεις, τα 3 μυστικά για έναν επιτυχημένο γάμο, τα 8 βασικότερα διατροφικά λάθη, 43 τρόποι για να βρεις την ευτυχία, και τόσα άλλα, ων ουκ έστι αριθμός (όποια ομοιότητα με πρόσωπα, καταστάσεις ή δημοσιεύσεις είναι συμπτωματική). Αυτή την αριθμολογική προσέγγιση των πραγμάτων την έβρισκα πολύ έξυπνη και ελκυστική στην αρχή. Αμέσως άνοιγα να διαβάσω. Ξεκάθαρα πράγματα, μετρημένα κουκιά εμπειρίας ή γνώσης ή έρευνας ή και όλων αυτών μαζί. Τόσα και τόσα κάνουν τόσα. Αργότερα, θες το παρελθόν μου στην έρευνα, θες η τάση μου να να προσεγγίζω κριτικά και να θέτω ερωτήματα, άρχισα: “και γιατί  μόνο 3; Και γιατί 43; Ποιος το λέει αυτό; Γιατί;”. Μήπως οι αριθμοί μάς περιορίζουν, τελικά; Μήπως οι αριθμοί, αντί να κάνουν τα πράγματα πιο εύληπτα, τελικά ορίζουν στο μυαλό μας την απόστασή μας από αυτά; “Μπορώ τα 5. Μου έμειναν 38”. Ή, “αυτά τα 4 δεν είναι αυτά που είχα στο μυαλό. Μήπως κάνω λάθος;”. Ή, “πρέπει να κάνω και τα 43, για να είμαι ευτυχισμένη; Κι αν κάνω μόνο τα 10; Θα είμαι λιγότερο ευτυχισμένη;”.

Είμαι σίγουρη ότι όλοι ψάχνουμε λύσεις. Όλων ο χρόνος είναι πολύτιμος. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο πληροφορίες κι η περιορισμένη μας ικανότητα προσοχής δεν μπορεί να τα αφομοιώσει όλα. Θέλουμε γνώση άμεσα, σύντομα και επί της ουσίας. Αυτό είναι και το θέμα. Η επιθυμία μας να τα κάνουμε όλα και να τα κάνουμε τώρα. Η αδυναμία μας να κρίνουμε τι είναι σημαντικό για μας και τι όχι. Η καλλιεργημένη σε πολλούς τάση να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με το ιδανικό, με το άριστο, και να βαθμολογούμαστε ανάλογα με το πόσο απέχουμε από αυτό. Σας θυμίζει κάτι από το σχολείο; Πόσος πολύτιμος χρόνος χάνεται στην αμφιβολία; “Μήπως δεν είμαι αρκετά καλός; Μήπως δεν κάνω κάτι σωστά; Μήπως δεν αγαπάω το παιδί μου;”. Ας γυρίσουμε λίγο την προσοχή μας στον εαυτό μας, ας ακούσουμε κι ας εμπιστευτούμε το δικό μας κριτήριο, ας επιλέξουμε πολύ προσεκτικά τι διαβάζουμε και ας αποφασίσουμε τι εξυπηρετεί εμάς, τι ταιριάζει σε μας, τι αρέσει σε μας και όχι τι “πρέπει” να κάνουμε. Ποιος “πρέπει”;

(Photo via)

Ε, και;

Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη νύχτα, μα πιο πολύ την αίσθησή της. Ο μπαμπάς μάς ξύπνησε (!), για να μας πάρει μαζί του, να πάμε να μαζέψουμε σαλιγκάρια. Αμφιβάλλω αν είχα ακούσει ποτέ ότι τα σαλιγκάρια «μαζεύονται», πόσο μάλλον ότι τρώγονται. Δεν θυμάμαι αν κατάλαβα καλά τι επρόκειτο να κάνουμε, ούτε αν ρωτήσαμε κάτι περισσότερο, ούτε αν γκρινιάξαμε, ούτε αν μας δόθηκαν επεξηγήσεις. Θυμάμαι να μην έφερα καμιά αντίρρηση, όπως δεν φέρνουν αντίρρηση τα πολύ μικρά παιδιά, όταν τους λες να σηκωθούν και να κάνουν κάτι. Αυτή η τεμπελιά μάλλον μας προσβάλλει αργότερα, και ίσως να είναι και απόρροια της χρήσης λάθος κινήτρων. Άλλο θέμα αυτό. Anyway, που λέμε, θυμάμαι ότι σηκώθηκα κι ότι η μαμά τον μάλωνε «πού τα πας τα παιδιά τέτοια ώρα μες στη βροχή και το κρύο». Θυμίζω ότι ο μπαμπάς μάς ξύπνησε, δεν ξέρω αν ήταν 10 ή 11 ή 12 το βράδυ. Ντυθήκαμε με χοντρά ρούχα, ένα στρατιωτικό σακάκι δικό του φόρεσα εγώ, που έπλεε πάνω μου, και κάτι μπότες, που επίσης έπλεαν, κάτι που θα φαινόταν ιδιαίτερα αναποτελεσματικό, όποτε βουτούσα μέσα στις λάσπες. Βγήκαμε, δεν θυμάμαι αν πήραμε αμάξι, πόσο μακριά πήγαμε, δεν θυμάμαι τίποτα, που θα πει ότι δεν με απασχόλησε τίποτα. Στην πραγματικότητα, θυμάμαι ελάχιστα που να μπορούν να περιγραφούν. Θυμάμαι όμως αισθήσεις: θυμάμαι το κρύο, τα βρεγμένα μου ρούχα (δεν είχαμε ομπρέλα), θυμάμαι τη μυρωδιά του υγρού χώματος μέχρι και τώρα, θυμάμαι να πηδάω αυλάκια με λάσπη, να μπλέκονται τα πόδια μου σε μουσκεμένα φύλλα και κλαδιά, θυμάμαι τη νύχτα, θυμάμαι το τραχύ χέρι του μπαμπά μου να με οδηγεί. Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως ήταν ένα όνειρο όλα αυτά, μήπως τα φαντάστηκα. Γυρίσαμε σπίτι. Την άλλη μέρα το πρωί τα σαλιγκάρια είχαν όλα βγει από τις σακούλες και είχαν σκορπίσει στον τοίχο, το ταβάνι, τις σκάλες, ακόμα και μέσα στα παπούτσια μας. Γελάω ακόμα που το θυμάμαι.

Τα παιδιά θέλουν παιχνίδι, δράση, περιπέτεια, δώστε τους δυσκολίες, προκλήσεις να αντιμετωπίσουν, δώστε τους μια αποστολή, κάντε τα να νιώσουν μεγάλοι με ασφάλεια, εμπιστευτείτε τη βοήθειά τους, δείξτε τους με κάθε τρόπο πόσο σημαντικά είναι για σας, πόσο τα θέλετε δίπλα σας, αλλά και πόσο πιστεύετε στην ανεξαρτησία τους. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει όλοι μας να εξασκούμαστε στο να εγκαταλείπουμε πού και πού τις ευκολίες μας και να ανεβάζουμε τον βαθμό δυσκολίας της ήδη απαιτητικής καθημερινότητάς μας. Δεν χρειάζεται να γίνεται κάθε μέρα. Όποτε το αισθανόμαστε, ας προσπαθήσουμε να μην κλείνουμε τα αυτιά σε αυτή τη φωνή μέσα μας που λέει «ε, και τι έγινε;». Ε, και τι έγινε που είναι αργά. Ε, και τι έγινε που βρέχει. Ε, και τι έγινε αν κοιμηθεί λιγότερο. Ε, και τι έγινε. Η ρουτίνα ξεχνιέται, γίνεται σενάριο καθημερινό, όλες οι μέρες μοιάζουν ίδιες. Στη μνήμη μένει αυτό που ξεφεύγει από τον μέσο όρο, το διαφορετικό. Γι’ αυτό μένουν αξέχαστες οι πρώτες μας φορές. Ας προσπαθήσουμε να γεμίζουμε τη ζωή των παιδιών μας με πρώτες φορές. Αλλά και τη δική μας ζωή.

We get what we give

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό αγόρι. Μια μέρα, θυμωμένο καθώς ήταν με τη μητέρα του, της φώναξε “σε μισώ!” κι έφυγε από το σπίτι. Πήγε ψηλά, στο βουνό, κι άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη: “σε μισώ! Σε μισώ!”. Άκουσε τότε την ηχώ του να επαναλαμβάνει: “σε μισώ!”. Δεν ήξερε τι ήταν η ηχώ. Φοβισμένο έτρεξε πίσω στο σπίτι και είπε στη μητέρα του ο,τι συνέβη. Η μητέρα του του είπε να πάει ξανά πίσω στο βουνό και αυτή τη φορά να φωνάξει: “σ’ αγαπώ!”. Έτσι κι έκανε. Η ηχώ τού επέστρεψε το ίδιο “σ’ αγαπώ”. Η ζωή μας είναι σαν μια ηχώ. Χαμόγελο; Αγάπη; Φόβο; Μίσος; Ο,τι δώσουμε, αυτό θα πάρουμε.

Επιλογή καριέρας: Ένα ταξίδι ζωής (video)

Επιλογή καριέρας: Ένα ταξίδι ζωής (video)

Συνέντευξη που παραχωρήθηκε μετά την ομιλία μου με τίτλο “Επιλογή καριέρας: Ένα ταξίδι ζωής”, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 29/8/2013, στα πλαίσια της διημερίδας που διοργανώθηκε από την PALSO Βόρειας Ελλάδος. Το θέμα της διημερίδας ήταν “Should I stay or should I go?”, και αφορούσε στις επιλογές καριέρας και στη γλωσσομάθεια, ως παράγοντα που τις επηρεάζει. Στη συνέντευξη περιγράφεται συνοπτικά το περιεχόμενο της ομιλίας, η οποία θα βρίσκεται σύντομα στη διάθεσή σας, στην ιστοσελίδα μου.

Απέτυχες; Υπέροχα!

Σε κανέναν δεν αρέσει η αποτυχία. Ωστόσο, η αποτυχία είναι μέρος της ζωής μας. Μερικές φορές τα πράγματα απλά δεν πάνε όπως τα σχεδιάζαμε. ‘Άλλες πάλι φορές δεν καταφέρνουμε αυτό που τόσο θέλουμε. Συμβαίνει. Αν όμως προσπαθήσουμε να αναδιατυπώσουμε την έννοια της αποτυχίας, να τη δούμε υπό ένα νέο πρίσμα, θα την αντιμετωπίσουμε ως κάτι φυσιολογικό και θα γίνουμε καλύτεροι στο να προσπαθούμε, να επιμένουμε, να είμαστε πιο ευέλικτοι και να αναδιοργανώνουμε τις δυνάμεις μας κάθε φορά.

Η έννοια της αποτυχίας ή επιτυχίας κυριαρχεί στον χώρο της εκπαίδευσης. Οι δάσκαλοι και καθηγητές μάς μαθαίνουν ότι υπάρχει μια μόνο λύση για κάθε πρόβλημα και ότι, αν δεν τη βρούμε, έχουμε αποτύχει. Σκεφτείτε, λοιπόν, γιατί συχνά οι μαθητές αποθαρρύνονται από το να προσπαθούν: φοβούνται την αποτυχία. Και όσο πιο συχνά δεν δοκιμάζουν, τόσο αυτό επιβεβαιώνει τον φόβο τους αυτόν. Ένα από τα πράγματα που θα ήταν καλό να διδάξουν οι δάσκαλοι στους μαθητές τους είναι το πώς θα συμφιλιωθούν με την αποτυχία.

Η αποτυχία είναι σκληρή για τον καθένα, αλλά ειδικά για τους καλούς μαθητές. Αυτοί δυσκολεύονται πιο πολύ από όλους να τη διαχειριστούν, καθώς ουσιαστικά αποτελεί ένα άγνωστο πεδίο. Ουσιαστικά η αποτυχία τους «σκοτώνει», καθώς έχουν τόσο πολύ συνδέσει την επιτυχία με την αυτοεκτίμησή τους.  Το φαινόμενο αυτό είναι τόσο έντονο, ακόμα και στην ανώτατη εκπαίδευση, που οδήγησε το Πανεπιστήμιο του Stanford, ένα από τα πιο φημισμένα πανεπιστήμια παγκοσμίως, να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα, για να υποστηρίξει τους φοιτητές που επηρεάζονται τόσο πολύ από την αποτυχία. Ως μέρος του προγράμματος αυτού, φημισμένες προσωπικότητες της χώρας διηγούνται τις δικές τους ιστορίες αποτυχίας, με στόχο να βοηθήσουν τους φοιτητές να μαθαίνουν να αποδέχονται την αποτυχία.

Είναι αναγκαίο να δώσουμε στα παιδιά μας την ευκαιρία να αναπτύξουν δεσμούς με την αποτυχία. Πώς; Με το πείραμα, με τη δοκιμή, αρχίζοντας με απλά υλικά. Γιατί δεν φούσκωσε το ψωμί; Γιατί δεν άφρισε το νερό; Γιατί δεν καίει; Γιατί έσβησε; Γιατί χάλασε; Γιατί κόπηκε; Οι επιστήμονες αποτυγχάνουν συνεχώς. Απλά δεν μας το λένε. Γιατί δημοσιεύουν τις επιτυχίες τους. Ωστόσο, πριν φτάσουν εκεί, έχουν δαπανήσει χρόνο αποτυγχάνοντας, κάνοντας λάθη και δοκιμάζοντας τις υποθέσεις τους ξανά και ξανά.

Αν θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου, λοιπόν, θα ήταν από το να αναδιατυπώσουμε την έννοια της αποτυχίας. Αν έμαθες έστω και κάτι από μια προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε, τότε δεν ονομάζεις την προσπάθεια αποτυχημένη. Αν κάνουμε την αποτυχία να φαίνεται τόσο ακίνδυνη, χάνει το αρνητικά φορτισμένο νόημά της.

Η έννοια της αποτυχίας, συνεπώς, έχει παρανοηθεί στο σχολείο, εκεί όπου θα έπρεπε να καλωσορίζεται και να ενισχύεται. Στο σχολείο η έμφαση δίδεται στη σωστή απάντηση, που θα οδηγήσει σε μια υψηλή βαθμολογία, ενώ θα έπρεπε να δίνεται στην ερώτηση. Γιατί έτσι μαθαίνουν τα παιδιά: με τις ερωτήσεις. Συχνά ακούμε μαθητές στην τάξη να διστάζουν, προτού θέσουν μια ερώτηση, προλογίζοντάς την ως εξής: «μπορεί να είναι χαζό αυτό που ρωτάω, αλλά…». Οι μαθητές φοβούνται μην φανούν ανόητοι, μην τυχόν φανούν αποτυχημένοι. Κι όμως, το φυσιολογικό δεν θα ήταν τα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις, ειδικά στην τάξη;

Πρέπει, λοιπόν, το σχολείο να γίνει ένας χώρος ιερός, όπου κάθε ερώτηση γίνεται αποδεκτή, χωρίς κριτική και σχόλια. Αυτό σημαίνει ότι ο δάσκαλος πρέπει να αποδέχεται και την αδυναμία του να ξέρει πάντα την απάντηση. Αν δεν την ξέρει, πρέπει να φανεί αρκετά γενναίος, ώστε να πει: «δεν ξέρω την απάντηση, αλλά ας την ψάξουμε μαζί». (Αλήθεια, πόσες φορές θυμάστε να το ακούσατε αυτό από δασκάλους σας); Σύμφωνα με την Deborah Stipek (η έρευνά της δημοσιεύτηκε στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό Science), ο φόβος της αποτυχίας στο σχολείο αυξάνει το στρες των παιδιών και παρεμποδίζει τη μάθηση (για όσους, φυσικά, δεν ταυτίζουν τη μάθηση με την παπαγαλία).

Κι είναι τόσο ειρωνικό αυτό που συμβαίνει, καθώς τα παιδιά από τη φύση τους δεν φοβούνται το ρίσκο. Αν υπάρχει μια λακούβα, θα τρέξουν να βουτήξουν, αν υπάρχει ένα εμπόδιο, θα προσπαθήσουν να το υπερπηδήσουν, αν κάτι τους τραβήξει την προσοχή, θα το προσεγγίσουν. Γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γνωρίσουν τον κόσμο: δοκιμάζοντας, ρισκάροντας, αποτυγχάνοντας. Η συνεχής έμφαση στη βαθμολογία, αντίθετα, «φιμώνει» κάθε αίσθημα επιθυμίας για δοκιμή και ανακάλυψη.

Το σχολείο πρέπει να ενισχύσει τη δοκιμή, το ρίσκο, την αποτυχία. Ο Thomas Edison δοκίμασε 10.000 διαφορετικά είδη υλικών, μέχρι να καταλήξει στο λεπτό μεταλλικό νήμα που βρίσκεται στο εσωτερικό του λαμπτήρα πυρακτώσεως. Θα ονομάζατε όλες τις προηγούμενες προσπάθειές του «αποτυχία»; Ο ίδιος τις ονόμασε 9.999 προσπάθειες που δεν οδήγησαν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ιδανικά, η εκπαίδευση θα έπρεπε να ενθαρρύνει κάθε προσπάθεια και, αντί να αρκείται στο «απέτυχες», να ρωτά «γιατί νομίζεις ότι απέτυχες; Και τι σου δίδαξε αυτό;»

Για να επιτύχουμε, θα πρέπει να συμφιλιωθούμε, κι εμείς και τα παιδιά μας, με την αποτυχία. Η αποτυχία μάς κάνει πιο δυνατούς, πιο καλούς και πιο σοφούς.

(Ελεύθερη μετάφραση του άρθρουMaking friends with failure”, της Ainissa Ramirez)

Μήπως δεν είμαι αρκετά… αδύνατη;

Ίσως να μην έχετε ξανακούσει τον όρο “pro-ana”. Αναφέρεται στην προαγωγή της νευρικής ανορεξίας (http://en.wikipedia.org/wiki/Pro-ana). Σωστά διαβάσατε: στην προαγωγή της νευρικής ανορεξίας (ή/και της βουλιμίας). Μια σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα σας φέρει μπροστά σε blogs και sites, άλλα εκ των οποίων υποτίθεται ότι αποτελούν έναν ασφαλή χώρο, όπου κάποιος μπορεί να συζητήσει ζητήματα που αφορούν στην ανορεξία, ενώ άλλα υποστηρίζουν την άποψη ότι η ανορεξία δεν είναι διαταραχή αλλά μια επιλογή του ατόμου, και ότι ως τέτοια θα έπρεπε να γίνεται σεβαστή από ειδικούς και γονείς. Ας ξεκαθαρίσουμε στο σημείο αυτό ότι η νευρική ανορεξία αποτελεί μια διαταραχή, αναγνωρισμένη από τη διεθνή ερευνητική κοινότητα, και ότι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια τη ζωή του ατόμου.

Η τάση pro-ana εκφράζεται στο διαδίκτυο κυρίως από εφήβους (κορίτσια και αγόρια), τα οποία μοιράζονται δίαιτες, συμβουλές αδυνατίσματος, μυστικά και κόλπα για γρήγορη απώλεια βάρους, φωτογραφίες που ενισχύουν το ιδανικό κατ’ αυτούς (δηλαδή το πολύ αδύνατο) σώμα, μέχρι και πληροφορίες για τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, την υπερβολική στέρηση φαγητού, ακόμα και την αυτοκτονία. Ουσιαστικά, οι διαδικτυακές αυτές κοινότητες προβάλλουν την ανορεξία ως μια ιδανική κατάσταση και ενισχύουν την όποια προσπάθεια απώλειας βάρους και επίτευξης του «επιθυμητού» στόχου.

Μην πάτε μακριά. Μπορεί στην τηλεόραση να προβάλλεται καμπάνια για την απομάκρυνση πολύ αδύνατων μοντέλων από τις πασαρέλες, ωστόσο στις εκπομπές οι παρουσιάστριες επιβραβεύουν την καλεσμένη για το πολύ ωραίο σώμα μετά τον τοκετό ή για τα κιλά που έχασε μετά τις γιορτές. Πάρτε ένα οποιοδήποτε γυναικείο περιοδικό (μόδας ή fitness) και ξεκινήστε από το εξώφυλλο: πώς να χάσετε τόσα κιλά σε τόσες μέρες, πώς να αποκτήσετε τους κοιλιακούς της τάδε παρουσιάστριας, τι τρώει το δείνα μοντέλο και διατηρεί τη σιλουέτα του, ποιες είναι οι τροφές που κόβουν την όρεξη ή αδυνατίζουν… και η λίστα είναι μεγάλη.

Σύμφωνα με την έρευνα του περιοδικού PsychNology (2012, volume 10, pp. 169-186), οι συγκεκριμένοι διαδικτυακοί τόποι είναι δυνατόν να προκαλέσουν πολύ επικίνδυνα φαινόμενα, καθώς  συμβάλλουν: α) στην αύξηση της διάδοσης απαγορευμένου υλικού μέσω διαδικτύου, β) στην προώθηση λανθασμένων διατροφικών συνηθειών σε εφήβους, γ) στη διατήρηση ήδη διαταραγμένων διατροφικών συνηθειών, δ) στη διάσπαση των κοινωνικών δεσμών και της φυσικής επαφής των παιδιών με την οικογένεια και, τέλος, ε) στη μεγέθυνση του φαινομένου “pro-ana” μεταξύ νεαρών ατόμων. Αν και οι ερευνητές τονίζουν ότι η έρευνά τους είναι προκαταρκτική και ότι απαιτείται να συγκεντρώσουν περισσότερο υλικό, ώστε να μπορούν  να καταλήξουν σε έγκυρα συμπεράσματα, το βέβαιο είναι ότι το φαινόμενο “pro-ana” πρέπει να ευαισθητοποιήσει γονείς, δασκάλους και όσους ασχολούνται με εφήβους, ώστε αρχικά να ενημερωθούν και έπειτα να υποστηρίξουν με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά στην πολύ ευαίσθητη αυτή ηλικία.

Work-aholic

Καλημέρα. Δούλευες σχεδόν όλο το βράδυ στον υπολογιστή. Κοιμήθηκες ελάχιστα. Δεν σε λες και κεφάτο. Το κεφάλι σου. Τρως βιαστικά στα όρθια -αν φας. Βιάζεσαι. Αν δουλεύεις έξω, φεύγεις. Το πολύ- πολύ να έχεις ξυριστεί. «Τα δόντια σου!». Ασήμαντο. Η πόρτα έχει κλείσει πίσω σου ήδη. Αν δουλεύεις από το σπίτι, την αράζεις στον καναπέ ή τη γωνιά σου και συνεχίζεις απ’ όπου σταμάτησες. «Θα δουλέψω λίγο». Και δουλειά να μην έχεις, σου έχει γίνει συνήθεια. «Έτσι χαλαρώνω, έχεις πρόβλημα;», λες, και σερφάρεις από δω κι από κει, σε ο,τι πέσει πρώτο το μάτι σου. Ενδιαφέρον κι αυτό, ενδιαφέρον κι εκείνο, ίσως να χρειαστώ αυτό, ας αποθηκεύσω το άλλο. Ξεχνάς τι έχεις αποθηκεύσει και πού. Είσαι ο σκουπιδιάρης του διαδικτύου. «Κι αν το χρειαστώ;». Ανάθεμά με αν ξέρεις πού να το ψάξεις.

Το κινητό σου δεν κλείνει. Είσαι πάντα online. Τσεκάρεις συνέχεια, τα νέα, τον καιρό, τα likes. «Πέθανε ο τάδε», «καταιγιστικές οι εξελίξεις στο μέτωπο…». Κι όμως, οι φίλοι σου έχουν να σε δουν από τότε που… «Να τα πούμε», λες στο τηλέφωνο. Κι αυτή είναι η τελευταία φορά που τα λέτε.

Μιλάς ελάχιστα. Δεν προσέχεις τίποτα. «Δεν θυμάμαι. Πότε το είπαμε αυτό;». Βλέπεις, χωρίς να κοιτάς. Ακούς, χωρίς να προσέχεις. Το βλέμμα σου διαπερνά τα πάντα γύρω, σαν να μην υπάρχουν. «Θα φάμε;», σε ρωτούν. «Τώρα». Να τελειώσεις κάτι που κάνεις. Σηκώνεσαι αργά, έχεις πιαστεί. Έχεις να κάνεις γυμναστική από τότε που στον πρωινό καφέ ήταν γυμνάστρια η Σούζαν Άσμπυ. Τσιμπολογάς βιαστικά από το πιάτο σου, μιλώντας, για τι άλλο;, για αυτό πάνω στο οποίο δουλεύεις, για τις δυσκολίες του, για τις απαιτήσεις του. Νυστάζεις. Είναι κι αυτές οι πιζάμες… Ντύνεσαι μόνο για να πας να πάρεις γάλα και ψωμί. «Εργασιομανή!», σε λένε και γελάς, καμαρώνοντας κρυφά. Είσαι το όνειρο κάθε εργοδότη. Είσαι ο καλύτερος. Είσαι αυτός που θαυμάζουν όλοι για τις γνώσεις και την ικανότητά του να ανταπεξέρχεται σε απαιτητικές συνθήκες. Κάνεις όλα αυτά, που μπορεί να μην προσέξει κανείς άλλος, εκτός από σένα, από την ίδια σου την ανάγκη να επιβεβαιώνεσαι. Προσέχεις την κάθε λεπτομέρεια, είσαι και τελειομανής, να σε πάρει η ευχή. «»Ποιος θα το προσέξει;», σε ρωτούν. «Εγώ», απαντάς. «Και γιατί το κάνεις τόσο δύσκολο;», σε ξαναρωτούν. «Γιατί εγώ δεν κάνω παραχωρήσεις στην ποιότητα», απαντάς. Είσαι και ο πρώτος. Είσαι ο ίδιος που αμφισβητεί τον εαυτό του και συνεχώς του θέτει νέες προκλήσεις. Είσαι ο καλύτερος ανταγωνιστής του εαυτού σου.

Κοιμάσαι το μεσημέρι. Κάτι είναι κι αυτό… Το βράδυ σε βρίσκει να δουλεύεις πάνω σε αυτό για το οποίο ξημερώθηκες χτες ή σε κάτι άλλο, που ονόμασες σημαντικό. Βρίζεις, κάτι δεν πάει όπως θες. Τα μάτια σου είναι κόκκινα. Δεν έχεις πιει νερό από το απόγευμα. «Φάε κανένα φρούτο», λες κι ακούς τη μάνα σου. Αρνείσαι να το κάνεις, μόνο και μόνο γι’ αυτό, νομίζεις. «Έχει ζεστό νερό, αν θες». Δεν θες, δεν προλαβαίνεις. «Αργότερα». Ίσον, ούτε σήμερα. Το τοστ ξημερώνεται στο πιάτο μαζί σου, μαραζωμένο όπως εσύ, θλιβερό απομεινάρι της νυχτερινής δροσιάς .

Έχεις να κάνεις διακοπές εδώ και κάτι χρόνια. Όλο κάτι δικαιολογίες προβάλεις. Σημαντικές, συχνά. «Χρειάζομαι τα λεφτά». Κι αν κάνεις διακοπές, ο νους σου τρέχει εκεί από όπου έφυγες. Κουβαλάς και τον υπολογιστή σου μαζί, τα στικάκια σου, τους δίσκους σου, τα καλώδια. Για να δουλέψεις. Το γουστάρεις αυτό που κάνεις, σε θαυμάζω. Μα αυτό δεν είναι δικαιολογία. Να σου πω τη γνώμη μου; Έχεις ξεχάσει πώς κάνουν διακοπές. Χρειάζεται να επανεκπαιδευτείς στη θερινή ραστώνη. «Είσαι άρρωστος». Γελάς. Και το αρνείσαι. Όπως όλοι οι εθισμένοι. «Είσαι άρρωστος». Θυμώνεις. Αν είχες τον χώρο και την επιλογή, θα δούλευες κρυφά, μακριά από βλέμματα και σχόλια. Όπως όλοι οι εθισμένοι. Σε βλέπω εδώ και καιρό. Το νου σου.

Αλλαγές

Κοίτα πώς οι ζωές όλων μας αλλάζουν, από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα, από στιγμή σε στιγμή. Πράγματα που θεωρούσαμε σίγουρα ανατρέπονται, ανασφάλειες που μας τρόμαζαν εξαφανίζονται, όλοι μας κυνηγάμε το καλύτερο, μια καλύτερη δουλειά, μια καλύτερη ζωή, το να προσφέρουμε ο,τι καλύτερο σε αυτούς που αγαπάμε και στον εαυτό μας. Δρόμοι ενώνονται και δρόμοι χωρίζουν, η αλλαγή είναι κομμάτι της ζωής και της επιβίωσής μας, φτιαχτήκαμε για να αντέχουμε τις αλλαγές, ας μην τους χαρίσουμε κανένα τίμημα. Η ζωή έχει παλμό, έχει ρυθμό και ξέρει να βρίσκει την ισορροπία της, σαν τη θάλασσα, που ηρεμεί και καταλαγιάζει μετά τη φουρτούνα. Θα περάσει. Ο, τι κι αν είναι, θα περάσει. Καλό, κακό, επιθυμητό, ανεπιθύμητο… θα έρθει και θα φύγει. Κανείς δεν μας έδωσε τον λόγο του ότι θα ζήσουμε “τόσο”, κανείς δεν μας υπέγραψε ένα συμβόλαιο ζωής με εγγυήσεις. Η ζωή, έχουν πει, δεν είναι πρόβα. Είναι η παράσταση. Αν θέλουμε σήμερα να κάνουμε κάτι καινούριο, ας αγκαλιάσουμε την αλλαγή. Η αλλαγή κρύβει ευκαιρίες, μας αποκαλύπτει στοιχεία της προσωπικότητάς μας που δεν γνωρίζαμε, αδυναμίες που καλύπταμε, δυνάμεις που δεν πιστεύαμε ότι διαθέταμε, μας γνωρίζει καλύτερα με τον εαυτό μας. Οι ειδικοί λένε πως, αν επιθυμούμε την προσωπική μας ανάπτυξη, πρέπει να εξασκηθούμε στο να ξεφεύγουμε πού και πού από τη ζώνη άνεσής μας (comfort zone), να δοκιμάζουμε νέα πράγματα, να ρισκάρουμε. Η περιοχή άνεσής μας μπορεί να μας παρέχει τη δυνατότητα να λειτουργούμε χωρίς άγχος καθώς και μια αίσθηση ασφάλειας, αλλά δεν μας δίνει την ευκαιρία να μαθαίνουμε νέα πράγματα για μας. Αν θέλουμε να κάνουμε ένα αληθινό δώρο στον εαυτό μας, ας αφήσουμε τους φόβους και τις αναστολές μας, κι ας κάνουμε το δικό μας μικρό αλλά σημαντικό βήμα προς το άγνωστο, ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα μας. Ας πάμε στη δουλειά από έναν καινούριο δρόμο, ας κοιμηθούμε χωρίς να ελέγξουμε τα emails μας, ας ξυπνήσουμε λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα αύριο, ας πιούμε αλλού τον καφέ μας, ας μην κρίνουμε αμέσως κάποιον, ας δοκιμάσουμε ένα νέο σπορ, ας μην ακολουθήσουμε τα πατημένα μονοπάτια που έγιναν συνήθεια (γιατί αυτό είναι η ζώνη άνεσης) κι ας αποδεχτούμε να εξερευνήσουμε το άγνωστο.